Συνδέοντας την ποινικοποίηση της ασθένειας με τα στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών

Standard

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί προϊόν συλλογικών προσβληματισμών και συζητήσεων στο πλαίσιο της «Πρωτοβουλίας Αναρχικών», μιας διαδικασίας που ασχολήθηκε με τον Ξένιο Δία και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στην πάτρα την προηγούμενη χρονιά. Αποτελεί κομμάτι μιας ευρύτερης προσέγγισης που έγινε γύρω από το θέμα, που εκτείνεται από την ανάλυση της καπιταλιστικής κρίσης, την εσωτερίκευση ταυτοτήτων όπως η εθνική ταυτότητα, τη διάκριση μεταξύ νόμιμου-παράνομου με βάση την κατάσταση εξαίρεσης, την ιστορία των στρατοπέδων συγκέντρωσης, την τρέχουσα κρατική διαχείριση.

Το συγκεκριμένο κομμάτι, το οποίο αντλεί στοιχεία από το άρθρο «Πολιτικές της αρρώστιας και του φόβου: Σημειώσεις για την πολιτική και ιδεολογική διαχείριση της πανδημίας γρίπης Η1Ν1» του Παν. Σωτήρη, αποτελεί τη συμβολή της ομάδας μας στην προσπάθεια να καταγραφούν τα συμπεράσματα που έβγαλε η συνέλευση. Προσπαθεί να περιγράψει το ρατσισμό που καλλιεργείται γύρω από την ταυτότητα του αρρώστου και να ερμηνεύσει τις πολιτικές σκοπιμότητες-κινδύνους που εγκυμονεί η ποινικοποίηση της ασθένειας στο σήμερα.

Σχόλια/διορθώσεις/επικαιροποιήσεις από συντρόφους/ισσες είναι ευπρόσδεκτα: dinamitera36@gmail.com

Φόβος, τάξη και ασφάλεια: κατασκευάζοντας τον εσωτερικό εχθρό

Καλλιεργώντας το ρατσισμό γύρω από την ταυτότητα του «αρρώστου»[1]

Υπάρχει μια σειρά εσωτερικευμένων ταυτοτήτων, οι οποίες κατασκευάζονται και αναπαράγονται προκειμένου να εξυπηρετήσουν συγκεκριμένους σκοπούς της κυριαρχίας. Σε αυτή την ενότητα θα εστιάσουμε στους διαχωρισμούς με βάση την υγεία και στη διάκριση μεταξύ «υγιών» και «αρρώστων», ως εργαλείο διαχωρισμού και ελέγχου πληθυσμών. Στο σήμερα θα δούμε ότι αξιοποιείται και αυτός ο διαχωρισμός για την νομιμοποίηση της ύπαρξης στρατοπέδων συγκέντρωσης για μετανάστες στην ελλάδα. Πριν ανακοινωθεί επίσημα η λειτουργία τους (Μάρτιος 2012) αλλά και παράλληλα με τις διαβουλεύσεις για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, τα ΜΜΕ έβριθαν από ρεπορτάζ για τον μεγάλο κίνδυνο που διατρέχει η δημόσια υγεία εξαιτίας των μεταναστών και αλληλοσυμπληρούμενες δηλώσεις των τότε υπουργών υγείας και προστασίας του πολίτη (sic) περί «υγειονομικής βόμβας»[2] στο κέντρο της Αθήνας. Η συστηματική τρομοκρατία περί λοιμωδών νοσημάτων και πανδημιών προφανώς αποσκοπεί στον αυτόματο συνειρμό: μετανάστες=άρρωστοι=επικίνδυνοι, ώστε να νομιμοποιηθεί η απομόνωσή τους από το κοινωνικό σύνολο. Μόνο που ο παραπάνω συνειρμός, υπονοεί την ίδια στιγμή ότι στον αντίποδα υπάρχει μια άλλη κοινωνική ομάδα, αυτή των υγειών-φιλήσυχων ελλήνων. Έτσι δίπλα στο διαχωρισμό ντόπιος-ξένος με βάση το «έθνος» προστίθεται συμπληρωματικά ο διαχωρισμός υγιής-άρρωστος.

Η διαχείριση του φόβου ως πολιτική στρατηγική

Το στοιχείο του φόβου και η διαχείρισή του αποτελεί κομβική στρατηγική της κυριαρχίας. Στις μέρες μας, πρακτικά αποτελεί καθοριστικό εργαλείο άσκησης πολιτικής. Και αυτό διότι καθώς η καπιταλιστική κρίση βαθαίνει, ο νεοφιλελευθερισμός δεν μπορεί πλέον να αποσπά τη συναίνεση με (κάποια έστω) υλικά ανταλλάγματα. Οπότε το σύστημα στρέφεται προς τον ολοκληρωτισμό για να εξασφαλίσει την ίδια του την επιβίωση. Αυτό πρακτικά σημαίνει μια ολοένα και πιο αυταρχική θωράκιση των συμφερόντων του κεφαλαίου, αποσπώντας την πειθάρχηση δια της βίας όταν χρειάζεται.

Η πειθάρχηση προϋποθέτει την απομόνωση και την παθητικοποίηση, κάτι που επιτυγχάνεται θαυμάσια και πολύ επιδέξια μέσα από το φόβο. Δια στόματος πολιτικών, οικονομικών αναλυτών και κάθε είδους ειδικών (στη χειραγώγηση) παρουσιάζονται σωρεία ανυπέρβλητων προβλημάτων και απειλών. Μοναδικός εγγυητής για την τάξη και την ασφάλεια του ανυπεράσπιστου λαουτζίκου προπαγανδίζεται ότι δεν μπορεί παρά να είναι το κράτος. Κλεισμένοι στα σπίτια τους, οι τηλεθεατές ξεφυσούν με ανακούφιση καθώς οι δρόμοι γεμίζουνε με κάμερες παρακολούθησης, οπλισμένους μπάτσους κάθε είδους και ιδιωτικές εταιρείες σεκιούριτι[3]. Με ένα σμπάρο δύο τρυγόνια: από τη μία η διαχείριση του φόβου οδηγεί στην πειθαρχία, από την άλλη στην αναγνώριση του κράτους ως φορέα αναγκαίου για την εγγύηση της ασφάλειας. Διαιωνίζοντας μέσα από το φόβο την εξουσία του, το κράτος δε φτάνει ποτέ στον απόλυτο καθησυχασμό, αλλά ξανά και ξανά γεννάει φόβους για να αποσπά τη συναίνεση. Ο φόβος πρέπει να μένει πάντοτε ζωντανός μέσα μας. Όχι ο πανικός, αλλά ο ελεγχόμενος φόβος που οδηγεί σε (αυτο)περιορισμό, στην προσαρμογή της καθημερινότητας, στη συμμόρφωση, στην αποδοχή έκτακτων μέτρων και περιορισμών της ελευθερίας.

Ο φόβος των λοιμωδών νοσημάτων και η αποδοχή έκτακτων μέτρων

Η διαχείριση του φόβου σε σχέση με επιδημίες ή ευρύτερους κινδύνους για τη δημόσια υγεία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον τα τελευταία χρόνια (και) στην ελλάδα (από την υστερία με τη γρίπη των πτηνών και τη γρίπη των χοίρων (H1N1), μέχρι την «υγειονομική βόμβα» στο κέντρο της Αθήνας λόγω «της έξαρσης λοιμωδών νοσημάτων εκεί που συγκεντρώνονται πολλοί μετανάστες»[4]). Καλλιεργείται συστηματικά ένα κλίμα φόβου ότι απειλείται η δημόσια υγεία (στα πρότυπα της αντικομμουνιστικής υστερίας του ‘50 ή του σύγχρονου πολέμου ενάντια στην τρομοκρατία), που αντανακλάται τόσο στο λόγο των επίσημων φορέων όσο και στο παπαγάλισμα των ΜΜΕ. Είναι χαρακτηριστικές οι δηλώσεις του υπουργείου υγείας, που δανείζονται ορολογία από τις αντιτρομοκρατικές υπηρεσίες με διάφορες παραλλαγές (βλ. ενδεικτικά τις υποσημειώσεις 10,11). Τέκνο αυτού του ανίερου δεσμού μεταξύ των υπουργείων υγείας και προστασίας του πολίτη είναι η ταύτιση της ασθένειας με το έγκλημα (και κατά συνέπεια την ποινική δίωξη). Ο δικός τους ορισμός για το «υγειονομικό έγκλημα» τυλίγει μια σειρά κατατρεγμένων ομάδων (μετανάστες/τριες, τοξικοεξαρτημένους/ες, εκδιδόμενους/ες και αστέγους/ες) κυριολεκτικά σε μια κόλλα χαρτί: την Υγειονομική Διάταξη με τίτλο «Ρυθμίσεις που αφορούν τον περιορισμό της διάδοσης λοιμωδών νοσημάτων» (ΓΥ/39A, ΦΕΚ 1002/Β/2.4.2012)[5].

Συνδυαστικά με όσα προαναφέρθηκαν, είναι σημαντικό να αναδείξουμε πώς η ιδεολογική διαχείριση του φόβου αξιοποιείται ώστε να συσχετιστούν οι μεταδοτικές ασθένειες με ρατσιστικές αντιλήψεις. Αυτό ουσιαστικά γίνεται αποδίδοντας ιδιαίτερους επιδημιολογικούς κινδύνους σε συγκεκριμένες ομάδες ανθρώπων. Ο στιγματισμός της ομοφυλοφιλίας και των μαύρων για τη μετάδοση του AIDS είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Υπάρχουν όμως και άλλα ιστορικά παραδείγματα ρατσιστικής αντιμετώπισης πληθυσμών στη βάση της μετάδοσης συγκεκριμένων νόσων (βλ. καραντίνες τον 19ο αιώνα, το διαχωρισμό Ευρωπαίων και ιθαγενών στις αποικίες, την απόδοση της έξαρσης κρουσμάτων πανώλης στα τέλη του 19ου αιώνα-αρχές 20ού στους Κινέζους συλλήβδην).

Στην Ελλάδα του σήμερα, εκδιδόμενοι/ες, τοξικοεξαρτημένοι/ες και μετανάστες/τριες αντιμετωπίζονται ρατσιστικά ως δυνητικοί φορείς του ιού HIV και άλλων λοιμωδών νοσημάτων[6] και υποβάλλονται σε ιατρικές εξετάσεις που δεν είναι υποχρεωτικές για όλους. Σύμφωνα με την προαναφερθείσα Υγειονομική Διάταξη, η είσοδος μεταναστών από χώρες του «τρίτου κόσμου» προϋποθέτει λεπτομερείς ιατρικές εξετάσεις που δεν είναι υποχρεωτικές για πολίτες δυτικών χωρών[7]. Στη διάταξη δίνεται μια λίστα νοσημάτων[8], και εφόσον κάποιος νοσεί απαγορεύεται να εισέλθει στη χώρα ή αν έχει εισέλθει ήδη θα τίθεται υπό περιορισμό-καραντίνα ούτως ώστε να προστατευτεί η «δημόσια υγεία». Τα νοσοκομεία και τα κέντρα υγείας όλης της χώρας υποχρεούνται να δημιουργήσουν χώρους απομόνωσης που να πληρούν τις ιατρικές προδιαγραφές νοσηλείας. Βάσει αυτής της διάταξης (ΓΥ/39A) συνελήφθησαν και διαπομπεύτηκαν χυδαία οι οροθετικές γυναίκες τον Απρίλη 2012[9].

Αυτό πρακτικά υπονοεί ότι όσοι προέρχονται από «υποανάπτυκτες» χώρες αποτελούν εν δυνάμει κίνδυνο για τη υγεία του «έθνους». Βίαιες εκδιώξεις μεταναστών (από κτίρια στο κέντρο της Αθήνας το καλοκαίρι του 2009, των απεργών πείνας από το μέγαρο Υπατία το 2011[10], των οροθετικών εκδιδόμενων γυναικών[11], συλλήψεις σε σκούπες και στις επιχειρήσεις «Ξένιος Δίας») δικαιολογούνται με πρόφαση την ανάγκη προστασίας της «δημόσιας υγείας». Προσοχή: όχι της υγείας των ασθενών, αλλά της δημόσιας υγείας, της υγείας του υπόλοιπου πληθυσμού, αυτής της υπονοούμενης ομαδοποίησης υγιών-ελλήνων.

Καθώς το κράτος τείνει προς ολοκληρωτικές πρακτικές, προκειμένου να συνεχίσει να κρατάει τα ινία σε μια μεταβατική περίοδο στην ιστορία του καπιταλισμού, μια σειρά από εξειδικευμένους φορείς (βλ. ρόλο του Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (ΚΕΕΛΠΝΟ))[12] και μηχανισμούς έρχονται να προτείνουν και να υλοποιήσουν «σχέδια έκτακτης ανάγκης». Και όταν μια περίσταση παρουσιάζεται και γίνεται αποδεκτή ως έκτακτη, τότε ανοίγει η κερκόπορτα για να εφαρμοστούν σχέδια μαζικής καταστολής, όπως ο Ξένιος Δίας, και να νομιμοποιηθούν απάνθρωπες πρακτικές πειθάρχησης και επιτήρησης, όπως τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Οι πρακτικές αυτές σκοπεύουν όχι απλά στο στιγματισμό και στην κοινωνική απομόνωση, αλλά ακόμα και στη φυσική εξόντωση συγκεκριμένων πληθυσμών που είναι πλέον περιττοί στο σύστημα. Όσο οι μετανάστες ήταν ένα φτηνό εργατικό δυναμικό στην ελλάδα, που με τη μαύρη, ανασφάλιστη, κακοπληρωμένη εργασία τους εξυπηρετούσαν το ντόπιο κεφάλαιο, η παρουσία τους ήταν ανεκτή. Τις «χρυσές δεκαετίες» της ανάπτυξης του ελληνικού κεφαλαίου ’90-’00 καλλιεργείτο τόσος ρατσισμός όσος χρειαζόταν για να παραμένουν διαχωρισμένοι από την ντόπια εργατική τάξη (και τα δικαιώματα που αυτή απολάμβανε). Όταν όμως η καπιταλιστική κρίση εκδηλώθηκε σε όλη της την έκταση, από το 2008 και εξής, η ελληνική κοινωνία άρχισε να συντηρητικοποιείται σε βαθμό που να ανέχεται χωρίς καμία ουσιαστική αντίδραση ακραία ρατσιστικά φαινόμενα (από το λόγο και τα έργα των κυβερνήσεων μέχρι τις φασιστικές επιθέσεις στο δρόμο, που έχουν οδηγήσει σε δολοφονίες και σοβαρούς τραυματισμούς). Οι μετανάστες, και κυρίως όσοι δεν έχουν νομιμοποιητικά έγγραφα, κατέληξαν να θεωρούνται ένα σώμα ξένο από γεννήσεως μέχρι θανάτου, ένας «εσωτερικός εχθρός» απέναντι στον οποίο το κράτος (ασφαλείας) θα υπερασπιστεί τους υπηκόους του με νύχια και με δόντια.

Για να φτάσουμε έως τα στρατόπεδα συγκέντρωσης για τους μετανάστες υπήρξε μια συστηματική προπαγάνδα επί σειρά ετών, που επιδίωξε να τους περιθωριοποιήσει στη βάση του ξένου, του παράνομου, του εγκληματία, του μιαρού, του αρρώστου. Οι όποιες παραβατικές συμπεριφορές και εγκλήματα με δράστες μετανάστες παρουσιάζονταν με όρους χολιγουντιανού θεάματος, σε απόλυτη δυσαναλογία με αντίστοιχες περιπτώσεις με δράστες έλληνες. Και εκεί που η κατάφορα ρατσιστική ρητορεία της Χρυσής Αυγής και οι παρακρατικές επιθέσεις που ενορχηστρώνει θα προσέκρουαν ενδεχομένως σε κοινωνικές αντιστάσεις, ήρθε να κουμπώσει η ρητορεία «μετριοπαθών» πολιτικών περί δημόσιας υγείας. Το ίδιο ισχύει βεβαίως και για άλλες περιθωριοποιημένες (ή σε διαδικασία περιθωριοποίησης) κοινωνικές ομάδες.

Είναι αποκαλυπτικό ότι λίγες μόνο εβδομάδες μετά την επίσημη ανακοίνωση για τη λειτουργία στρατοπέδων συγκέντρωσης για μετανάστες χωρίς χαρτιά, ψηφίστηκε τροπολογία ώστε να μπορούν να φυλακίζονται στα στρατόπεδα και μετανάστες με λοιμώδη νοσήματα, όπως επίσης ότι τοξικοεξαρτημένοι συνελήφθησαν και μεταφέρθηκαν στο στρατόπεδο της Αμυγδαλέζας για «εξετάσεις και καταγραφή»[13] τον Απρίλη 2013. Η συγκεκριμένη κατασταλτική επιχείρηση ονομάστηκε Θέτις, στο πρότυπο του Ξένιου Δία (προφανώς κάποιοι σπάνε πλάκα ξεσκονίζοντας την ελληνική μυθολογία και αντιστρέφοντας το νόημα των λέξεων). Όπως επίσης δεν είναι τυχαίο που το Πόρισμα της ΚΕΕΛΠΝΟ για το κέντρο της Αθήνας, η ψήφιση της Υγειονομικής Διάταξης, η επίσημη ανακοίνωση λειτουργίας στρατοπέδων συγκέντρωσης και η τροπολογία για τον εγκλεισμό ασθενών με λοιμώδη συνέπεσαν χρονικά, και δη τον Απρίλιο 2012, ένα μήνα πριν τις εκλογές του Μαΐου. Είναι ηλίου φαεινότερο ότι η έξαρση ενδιαφέροντος γύρω από τη δημόσια υγεία ήταν ωφελιμοθηρική και σχετιζόταν με κομματικά παιχνίδια και συμφέροντα. Η ενδυνάμωση της Χρυσής Αυγής οδήγησε με φυσικό τρόπο την πολιτική ατζέντα στο σύνολό της προς τα (ακρο)δεξιά, όπως επίσης η συντηρητική πολιτική ατζέντα έθρεψε (σκόπιμα) τη Χρυσή Αυγή (η κότα έκανε το αυγό και το αυγό την κότα, για να συνεχίσουν κράτος και παρακράτος να εξυπηρετούν πιστά το κεφάλαιο, αποσοβώντας κρίσεις και τριγμούς). Η επαναφορά της υγειονομικής διάταξης ΓΥ/39Α τον Ιούλιο 2013, μετά την ολιγόμηνη κατάργησή της[14], δείχνουν ότι προβλέπεται συνέχιση και μάλιστα με νομική κατοχύρωση των επιχειρήσεων-σκούπα σε αλλοδαπούς, τοξικομανείς και άλλες περιθωριοποιημένες ομάδες. Πέρα από τις κομματικές σκοπιμότητες (στραπατσάροντας την ιατρική δεοντολογία και κλείνοντας το μάτι στην ακροδεξιά), βλέπουμε ότι το κράτος, με πρόσχημα τον περιορισμό της μετάδοσης λοιμωδών νοσημάτων και τη διασφάλιση της δημόσιας υγείας, καθιερώνει την αντιμετώπιση της ασθένειας ως έγκλημα και, κατά συνέπεια, την παρέμβαση της αστυνομίας και άλλων κατασταλτικών μηχανισμών στην κοινωνική ζωή.

Για όσους έχουν περιορισμένη φαντασία για το τι σημαίνει να υπάρχουν στρατόπεδα συγκέντρωσης γύρω μας, και δη χωρίς να έχει εκδηλωθεί κάποια σοβαρή αντίδραση για τη δημιουργία τους, να πούμε μόνο ότι το υπουργείο δικαιοσύνης έχει ήδη ανακοινώσει τη λειτουργία κέντρων κράτησης για οφειλέτες. Διαβάζουμε επίσης ότι στη Ν. Αφρική υπάρχουν στρατόπεδα συγκέντρωσης για ομοφυλόφιλους[15], γνωρίζουμε ότι οι κρατούμενοι στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης ήταν οι εργάτες που επάνδρωσαν με τη βία τη γερμανική βιομηχανία πριν και κατά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο[16], ότι χρησιμοποιήθηκαν ως πειραματόζωα για ιατρικά πειράματα-βασανιστήρια (ευγονικής, αντοχής ανθρώπου σε ακραίες συνθήκες, νέων φαρμάκων κτλ) και ότι σε κάποια στρατόπεδα μοναδικός σκοπός ήταν η εξόντωση (π.χ. ρομά). Με άξονα τη διαφύλαξη της δημόσιας υγείας, έχουν θεσπιστεί ιστορικά νόμοι-τερατουργήματα και έχουν ακολουθηθεί απάνθρωπες πρακτικές, όπως για παράδειγμα η μαζική θανάτωση ατόμων με αναπηρία και η απαγόρευση τεκνοποίησης συγκεκριμένων ομάδων στο Γ’ Ράιχ. Και ο νοών νοείτω για τη δύναμη κράτους και κεφαλαίου να βαφτίζουν κοινωνικές ομάδες ως ανεπιθύμητες και να τις ρίχνουν στο πυρ το εξώτερον. Οι κοινωνικές προεκτάσεις από τη στέρηση της ελευθερίας, τον εγκλεισμό και το βασανισμό είναι πραγματικά νοσηρές.

Περικοπές στις κοινωνικές δαπάνες και άλλα επικίνδυνα καπιταλιστικά παιχνίδια

Το πρόβλημα στον καπιταλισμό δεν είναι ότι εκκολάπτονται «ιοί-τέρατα», ούτε περιορίζεται μόνο στο ότι πεθαίνουν ασθενείς επειδή περικόπτονται κοινωνικές δαπάνες και διατίθενται πόροι σε κοινωνικά άχρηστες και επιζήμιες δραστηριότητες (βλ. στρατιωτικό εξοπλισμό). Ο καπιταλισμός όντως σκοτώνει, όμως πολύ περισσότερο με την καθημερινότητα της εκμετάλλευσης, της κοινωνικής ανισότητας, της ολοένα μεγαλύτερης ανασφάλειας που αυξάνουν τόσο τη νοσηρότητα όσο και τη θνησιμότητα. Η ολομέτωπη επίθεση που δεχόμαστε, η οποία οδηγεί σε ταχύτατη υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου, καταδικάζει τους από κάτω σε ελλιπή ή κακή διατροφή (τα βιολογικά προϊόντα είναι είδος πολυτελείας για τους έχοντες, σύμφωνα με τη βιομηχανία τροφίμων στους υπόλοιπους αναλογούν προϊόντα δηλητηριασμένα από τα φυτοφάρμακα και προτηγανισμένες μπούρδες), σε νοσήματα που σχετίζονται με την ψυχολογική πίεση και συχνά οδηγούν σε κατάρρευση ή καταχρήσεις, σε σωματική καταπόνηση από εργασία σε συνθήκες δουλείας, σε χρόνιες παθήσεις λόγω του υψηλού κόστους της ιατρικής περίθαλψης, προληπτικών εξετάσεων κ.ο.κ.

Το δημόσιο (κρατικό) σύστημα υγείας υποβαθμίζεται σταθερά εδώ και δεκαετίες μέσα από νεοφιλελεύθερες πολιτικές που ευνοούν το πέρασμα αυτών των υπηρεσιών στον ιδιωτικό τομέα. Πέρα από το προφανές, ότι έτσι θησαυρίζουν πολυεθνικές εταιρείες κάθε είδους (ιατρικού εξοπλισμού, υλικών, φαρμάκων κτλ) αξίζει να σημειωθεί ότι έτσι οδηγούμαστε παράλληλα σε ένα ξεσκαρτάρισμα πληθυσμών που «περισσεύουν»: Όσοι δεν έχουν λεφτά να πληρώσουν ιδιωτική ασφάλιση και περίθαλψη, δηλαδή όλοι όσοι δεν μπορούν να καταναλώσουν αυτές τις παρεχόμενες από το ιδιωτικό κεφάλαιο υπηρεσίες, θα πεθαίνουν. Τόσο απλά. Αυτό παίρνει σβάρνα άνεργους (πλεονάζον εργατικό δυναμικό), μετανάστες (δεν αναγνωρίζονται ως πολίτες, άρα δεν έχουν κανένα δικαίωμα), περιθωριοποιημένες κοινωνικές ομάδες (τοξικοεξαρτημένους, ρομά κτλ), συνταξιούχους (το κόστος συντήρησής τους στη ζωή δεν συμφέρει αφότου έχουν σταματήσει να παράγουν) κτλ.

Γιατί όμως η επιστροφή στο κράτος πρόνοιας είναι μια ουτοπία; Διότι αυτό το σύστημα δοκιμάστηκε και απέτυχε. Το κράτος πρόνοιας ήταν ένα καπιταλιστικό πείραμα που έβαζε το δυνατόν περισσότερους παίκτες στο χορό της ροής του κεφαλαίου, όχι μόνο στην παραγωγή αλλά και στην κατανάλωση. Το κεφάλαιο έβγαινε κερδισμένο διότι πέρα από την εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης επί 8 ώρες τη μέρα, όλο το υπόλοιπο 24ωρο οι εργαζόμενοι κατανάλωναν μανιωδώς από είδη διατροφής μέχρι διασκέδασης (μιλάμε πάντα για ένα μοντέλο ζωής στο δυτικό κόσμο, το οποίο ήταν εφικτό χάρη στις άθλιες συνθήκες εργασίας πληθυσμών σε άλλα σημεία του πλανήτη). Κάθε έκφανση της ζωής είχε μπει στο παιχνίδι και το κεφάλαιο είχε συμφέρον να είναι οι παίκτες υγιείς και να ζουν πολλά χρόνια ώστε να είναι πιο παραγωγικοί και να καταναλώνουν το δυνατόν περισσότερα για το δυνατόν περισσότερο καιρό (ακόμα και πανάκριβες θεραπείες σε προχωρημένη ηλικία). Όμως το σύστημα φράκαρε, και πλέον δεν υπάρχει κανένα κέρδος από το να αμβλύνονται ταξικές ανισότητες μέσα από κοινωνικές παροχές. Με απλά λόγια δεν είναι προσοδοφόρο να συντηρούνται πλέον κάποιοι πληθυσμοί στη ζωή, η ύπαρξή τους δεν ωφελεί σε κανένα επίπεδο το κεφάλαιο, εξού και το κράτος πρόνοιας αποσύρεται ανεπιστρεπτί.

Αποκρύπτοντας την κοινωνική διάσταση της υγείας: από την ασθένεια στον αποκλεισμό

Η υγεία προφανώς και σχετίζεται με  κοινωνικές και οικονομικές παραμέτρους. Τόσο η υγεία όσο και η ασθένεια δεν μπορούν να ορίζονται μονοσήμαντα ως επαφή με μια νόσο, αλλά ως άμεση συνάρτηση διάφορων κοινωνικών παραγόντων. Όσο καλύτερα ζει κάποιος τόσο λιγότερες πιθανότητες έχει να πληγεί από νοσήματα που ευδοκιμούν σε συνθήκες εξαθλίωσης. Παρατηρείται όμως ότι αυτή η προφανής σύνδεση της υγείας με τις κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες σκόπιμα αποκρύπτεται, έως και αντιστρέφεται, με σκοπό οι υπηρεσίες υγείας να συνδεθούν με δομές δημόσιας ασφάλειας. Αυτό πιάνει ένα πολύ ευρύ φάσμα, από τον εγκλεισμό (βλ. στρατόπεδα συγκέντρωσης) έως πρακτικές βιο-επιτήρησης (βλ. καταγραφή βιομετρικών στοιχείων). Στο ίδιο πλαίσιο, δίνεται ολοένα και μεγαλύτερη έμφαση στους κινδύνους από λοιμώδη και μεταδοτικά νοσήματα. Το αποτέλεσμα είναι να διαμορφώνεται μια νέα αντίληψη για την ιατρική περίθαλψη: μετατρέπεται σε έναν μηχανισμό επιτήρησης και άμυνας απέναντι σε κάποια απειλή. Εφόσον η ασθένεια δεν νοείται ως απότοκο κοινωνικών συνθηκών, οι φορείς της ασθένειας στιγματίζονται και απομονώνονται. Το πρόβλημα περιορίζεται απλώς στο εάν και σε ποια κλίμακα θα υπάρξει επαφή του υπόλοιπου πληθυσμού με τη νόσο: έτσι καταλήγει ο άρρωστος να πρέπει να απομακρυνθεί, και όχι να ιαθεί. Περνάμε στην «προστατευτική απομόνωση» που περιλαμβάνει την προσπάθεια απομόνωσης των υγιών προσώπων, μέτρα καραντίνας για τους νοσούντες και όσους έρθουν σε επαφή με αυτούς.

Η εφαρμογή μέτρων κοινωνικής απομόνωσης όμως δεν είναι μια «αυτόματη» επιλογή στη βάση κλινικών και επιδημιολογικών δεδομένων, αλλά μια καθαρά πολιτική επιλογή. Έχει φανεί ιστορικά ότι η καραντίνα σχετίζεται με πολιτικά και ιδεολογικά ερωτήματα όπως είναι η κατοχύρωση της κεντρικής εξουσίας, η ταξική ιεραρχία και η διατήρηση αυστηρών ταξικών ορίων, η απομόνωση των «επικίνδυνων τάξεων», ο ρατσισμός και η διαχείριση των μειονοτήτων. Η καραντίνα εγκαταλείφθηκε ιστορικά ως μέτρο πρόληψης περισσότερο επειδή σταμάτησε να είναι κοινωνικά αποδεκτή παρά στη βάση της αποτελεσματικότητάς της. Ομοίως και στο σήμερα η ρητορική γύρω από τη φυλάκιση μεταναστών με λοιμώδη νοσήματα σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, ή η διαπόμπευση των οροθετικών γυναικών με σκοπό δήθεν την προστασία του υπόλοιπου υγιούς (ελληνικού) πληθυσμού, έχει ξεκάθαρα πολιτική σκοπιμότητα και προεκτάσεις.

Σε οδηγίες προς το κοινό για την αντιμετώπιση πανδημιών είναι κεντρική η προσταγή να μείνουν στο σπίτι οι άρρωστοι ή να λαμβάνουν προληπτικά μέσα (όπως να φορούν μάσκες) «για να μη μεταδώσουν τη νόσο σε άλλους», ενώ απουσιάζει μια άλλη παράμετρος, που υπό κανονικές συνθήκες θα περίμενε κανείς να είναι κυρίαρχη: η ανάγκη κάποιος/α να μείνει σπίτι του για να γίνει καλά. Παρατηρούμε μια ιδιότυπη αντιμετώπιση του ασθενούς ως ενόχου. Ο ασθενής, αντί να αντιμετωπίζεται ως θύμα μιας άτυχης περίστασης που τον καθιστά πρώτα και κύρια δικαιούχο περίθαλψης και φροντίδας, τιμωρείται ουσιαστικά επειδή είναι άρρωστος.

Θέλοντας να κάνουμε ένα βήμα πιο πέρα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι υπάρχει ξεκάθαρη σκοπιμότητα πίσω από την άποψη ότι πρόληψη=απομόνωση. Στο να διαχέεται δηλαδή η άποψη ότι η λύση βρίσκεται στην αποφυγή των χώρων συνάθροισης (από τους χώρους διασκέδασης, τους δημόσιους χώρους έως και τις πολιτικές συγκεντρώσεις), στον περιορισμό των κοινωνικών επαφών (επισκέψεις σε σπίτια κλπ.) και στη διατήρηση μιας απόστασης από τους άλλους. Το οποίο επεκτείνεται στο ότι γενικά οι άνθρωποι θα πρέπει να ασχολούνται περισσότερο με τη δουλειά τους, να μένουν περισσότερο στο σπίτι τους, να διασκεδάζουν μόνοι μπροστά από μια οθόνη υπολογιστή, να ενημερώνονται για τα πάντα από την τηλεόραση, να θεωρούν ότι η συγκέντρωση μεγάλου αριθμού ανθρώπων στον ίδιο χώρο ενέχει κινδύνους (βλ. πορείες, συγκεντρώσεις, συλλαλητήρια). Κατ’ αυτόν τον τρόπο βιοπολιτικές προσταγές εσωτερικεύονται ως ατομικές στάσεις. Και προφανώς όσοι αναγνωρίζουν στην κρατική εξουσία τη δυνατότητα μαζικής επιβολής μέτρων αυστηρού περιορισμού και καταστολής (όπως τα στρατόπεδα συγκέντρωσης) έχουν μια αντίστοιχη αντίληψη για την ισχύ και τα όρια παρέμβασης της κρατικής εξουσίας στην κοινωνική ζωή γενικότερα.

αναρχική ομάδα Dinamitera


[1] Το συγκεκριμένο υποκεφάλαιο αντλεί στοιχεία σε δομή και περιεχόμενο από το άρθρο «Πολιτικές της αρρώστιας και του φόβου: Σημειώσεις για την πολιτική και ιδεολογική διαχείριση της πανδημίας γρίπης Η1Ν1» του Παν. Σωτήρη (http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&task=view&id=1090&Itemid=29)

[2] Η πατρότητα του εν λόγω χαρακτηρισμού για το κέντρο της Αθήνας, που τόσο αγαπήθηκε από τα ΜΜΕ, ανήκει στον πρώην υπ. υγείας Α. Λοβέρδο

[3] Οι εξαγγελίες για τη λειτουργία των στρατοπέδων συγκέντρωσης ανέφεραν μεταξύ άλλων την ίδρυση επιπλέον αστυνομικών τμημάτων (με 150 αστυνομικούς το καθένα) στις περιοχές όπου θα λειτουργήσουν στρατόπεδα συγκέντρωση, καθώς και ότι κάθε στρατόπεδο θα φυλάσσεται από 300 φύλακες εταιρειών σεκιούριτι (http://www.hxonews.gr/index.php/genika/3582-30-10-httpnewskozaninetgrp25142ixzz1qj3f1lzk). Για καρότο προς τις τοπικές κοινωνίες χρησιμοποιήθηκε το γνωστό επιχείρημα περί νέων θέσεων εργασίας: «Θα δημιουργηθούν θέσεις εργασίας για τον κόσμο που θα ασχοληθεί με την τροφοδοσία των κρατούμενων αλλά και την εσωτερική ασφάλεια του χώρου, καθώς αυτό θα ανατεθεί σε ιδιωτική εταιρεία φύλαξης» (http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=22768&subid=2&pubid=63635400). Ο τότε υφυπουργός προστασίας του πολίτη Λ. Οικονόμου το έθεσε και πιο «άκομψα»: «η τοπική οικονομία θα τονωθεί από τη δημιουργία του κέντρου κατά 600.000 ευρώ κάθε μήνα δεδομένου ότι το κόστος «συντήρησης» κάθε κρατούμενου είναι περίπου 20 ευρώ ημερησίως» (http://www.inews.gr/87/30-kentra-lathrometanaston-se-oli-tin-ellada-proaningeile-o-chrysochodis.htm).

[4] βλ. πόρισμα-παρουσίαση επιδημιολογικού χάρτη της πρωτεύουσας από το ΚΕΕΛΠΝΟ (Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων) (http://www.tovima.gr/society/article/?aid=476727) Απόσπασμα: «…Τα ευρήματα των ιατρικών ελέγχων σε γειτονιές της Αθήνας που συγκεντρώνουν πολλούς μετανάστες ανέδειξαν εξαιρετικά ανησυχητικά φαινόμενα όπως αυτό της επανεμφάνισης νοσημάτων που είχαν εκριζωθεί, το φαινόμενο νεοεμφανιζόμενων νοσημάτων όπως και της ραγδαίας εξάπλωσης λοιμωδών νοσημάτων και του κινδύνου εκδήλωσης επιδημιών» (http://iatropedia.gr/articles/read/2799).

[6] Για παράδειγμα, δηλώσεις πρώην υπ. υγείας Λοβέρδου: «Αποτελεί μεγάλο πρόβλημα της πόλης η αδήλωτη παράνομη πορνεία και η σχέση της με το πρόβλημα της διάδοσης του AIDS […] (Η μετάδοση γίνεται) από την παράνομη μετανάστρια στον έλληνα πελάτη, στην ελληνική οικογένεια […] Να φύγουν από τη χώρα οι γυναίκες φορείς». Σε συνεργασία με το υπ. προστασίας του πολίτη, δόθηκαν από το υπουργείο υγείας στοιχεία για την παράνομη εκπόρνευση καθώς «εγείρεται θέμα δημόσιας υγείας» (http://news.radiobubble.gr/2011/12/hiv.html).

[7] Ειδικά για τους μετανάστες χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα, η προαναφερθείσα υγειονομική διάταξη προβλέπει ιατρικό έλεγχο και χορήγηση «ειδικού πιστοποιητικού υγείας», το οποίο περιλαμβάνει και δακτυλικά αποτυπώματα (!).

[8] Πανδημική γρίπη, SARS, ιογενείς αιμορραγικοί πυρετοί χολέρα, διφθερίτιδα, ενεργός φυματίωση, πανώλη, ευλογιά, κίτρινος πυρετός, ενεργός φυματίωση, ελονοσία πολιομυελίτιδα από φυσικού τύπου ιού, ενεργός σύφιλη, ενεργός λέπρα, αφροδίσιο λεμφοκοκκίωμα, ιογενείς αιμορραγικοί πυρετοί (http://www.tovima.gr/society/article/?aid=513187).

[9] Η διάταξη 39Α τέθηκε σε ισχύ υπό την υπουργία Λοβέρδου τον Απρίλιο του 2012 και είναι αυτή που επέτρεψε τη διαπόμπευση των οροθετικών εκδιδόμενων γυναικών, οι οποίες μετά τη σύλληψή τους υποχρεώθηκαν σε εξετάσεις για λοιμώδη νοσήματα και, επιπλέον, όταν πιστοποιήθηκαν ως φορείς HIV, τα ονόματά τους καθώς και οι φωτογραφίες τους αναρτήθηκαν στην ιστοσελίδα της ΕΛΑΣ.

[10] «Βόμβα λοιμώξεων» στο κέντρο της Αθήνας χαρακτήρισε ο πρώην υπ. υγείας Λοβέρδος το Μέγαρο Υπατία όπου μεταφέρθηκαν οι μετανάστες απεργοί πείνας από τη Νομική τον Φεβρουάριο 2011 (www.healthview.gr/node/29226)

[11]«Απασφαλισμένη βόμβα οι μολυσμένες με HIV ιερόδουλες», ήταν η ακριβής δήλωση του πρώην υπ. υγείας Λοβέρδου (www.ethnos.gr/article.asp?catid=22768&subid=2&pubid=63651291)

[12] Το πόρισμα της ΚΕΕΛΠΝΟ προπαγανδίστηκε ευρέως σε ΜΜΕ λίγο πριν την ψήφιση τροπολογίας στη βουλή για τη δυνατότητα δημιουργίας «κέντρων φιλοξενίας» παράνομων μεταναστών με λοιμώδη νοσήματα (Απρίλιος 2012, λίγες μέρες πριν διαλυθεί η βουλή για τις εκλογές, βλ. π.χ. http://www.tovima.gr/society/article/?aid=452872). Επίσης το ΚΕΕΛΠΝΟ έκανε τον ιατρικό έλεγχο των εκδιδόμενων τοξικοεξαρτημένων γυναικών που συνελήφθησαν τέλη Απρίλη 2012 (οποία σύμπτωση, τον ίδιο μήνα), προκειμένου να διαπιστωθεί αν είναι οροθετικές, δίνοντας σάρκα και οστά σε μια ακόμα μελανή σελίδα σαθρών κατηγορητηρίων και διαπόμπευσης – τα προσωπικά στοιχεία και οι φωτογραφίες των γυναικών δημοσιεύτηκαν στην ιστοσελίδα της ελληνικής αστυνομίας και σε ΜΜΕ πανελλαδικά. Οι τελευταίες κρατούμενες αποφυλακίστηκαν ένα χρόνο μετά (http://diokomenesorothetikes.wordpress.com/). Τέλος, σύμφωνα με την Υγειονομική Διάταξη «Ρυθμίσεις που αφορούν τον περιορισμό της διάδοσης λοιμωδών νοσημάτων» (ΓΥ/39A, ΦΕΚ 1002/Β/2.4.2012) «Το ΚΕΕΛΠΝΟ αποτελεί την αρμοδία αρχή που παρέχει τεχνογνωσία και καθορίζει τη διαδικασία που αφορά την εξέταση των μεταναστών […] Εκπονούνται ολοκληρωμένα προγράμματα που αφορούν τους πληθυσμούς μεταναστών χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα με χρήση κριτηρίων αυξημένου κινδύνου για τη μετάδοση λοιμωδών νοσημάτων επικίνδυνων για τη Δημόσια Υγεία μετά από πρόταση του ΚΕΕΛΠΝΟ» κ.ά.  (http://www.dsanet.gr/Epikairothta/Nomothesia/ya39a_12.htm)

[14] Η υγειονομική διάταξη ΓΥ/39Α (ή Λοβέρδου, όπως επικράτησε να λέγεται), τέθηκε σε ισχύ τον Απρίλιο 2012, καταργήθηκε στη συνέχεια από την υφυπουργό υγείας Σκουπούλη τον Μάιο 2013 ως αντισυνταγματική (δήλωση ιδίας «..[καταργήθηκε] διότι στην πράξη λειτούργησε ως εργαλείο για την καταπάτηση θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατοχυρωμένων συνταγματικά»), και τέθηκε και πάλι σε ισχύ από τον υπουργό υγείας Α. Γεωργιάδη τον Ιούλιο 2013. Ήταν μία από τις πρώτες πράξεις που υπέγραψε αφότου ανέλαβε το υπουργείο. Την επαναφορά στηρίζει σαν καλό φερέφωνο το ΚΕΕΛΠΝΟ λέγοντας ότι: «Η Υγειονομική Διάταξη 39Α έχει σκοπό τη θωράκιση της χώρας από απειλές δημόσιας υγείας. […] Η απόφαση της πολιτικής ηγεσίας να καλύψει τη χώρα για το μεσοδιάστημα μέχρι την έκδοση νέας τροποποιημένης διατάξεως θεωρείται επιβεβλημένη».

[16] http://classwar.espiv.net/?p=3295 «Από το 1940 κιόλας οι βιομηχανίες της Κρουπ άρχισαν να προμηθεύονται με «φτηνό» εργατικό δυναμικό από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης (πολλών εκ των οποίων την εποπτεία και διαχείριση είχαν οι ίδιες οι εταιρείες)» […] Η εταιρεία I. G. Farben υπήρξε τόσο αποτελεσματική στην «αξιοποίηση» εργατών από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, ώστε αποτέλεσε πρότυπο για πολλές άλλες εταιρείες. Στελέχη της παρείχαν συμβουλευτική υποστήριξη ή μεγάλης κλίμακας εκπαίδευση στη χρήση καταναγκαστικής εργασίας σε γνωστές βιομηχανίες όπως η Volkswagen, η Messerschmitt, η Heinkel, κ.ά. Το τεραστίων διαστάσεων βιομηχανικό συγκρότημα «Buna» της I. G. Farben κατασκευάστηκε από κρατούμενους του Άουσβιτς (γύρω από το οποίο «ξεφύτρωσαν» δεκάδες επιχειρήσεις). Περισσότεροι από 25.000 άνθρωποι εκτιμάται ότι πέθαναν στη διάρκεια της κατασκευής του, ενώ την περίοδο της λειτουργίας του απασχολούσε σχεδόν 85.000 κρατουμένους. Μόνο από το Μαουτχάουζεν άντλησαν εργάτες 45 ιδιωτικές εταιρείες.»

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s